Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Βολανάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Βολανάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Το στήσιμο της έκθεσης "ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ 1837 - 1907. Ο ποιητής της θάλασσας" (2009)

Οργανώνοντας το φωτογραφικό μου αρχείο ανακάλυψα κάποιες αδημοσίευτες φωτογραφίες από το στήσιμο της έκθεσης «Κωνσταντίνος Βολανάκης, 1837 – 1907. Ο ποιητής της θάλασσας», στην ομάδα διοργάνωσης της οποίας συμμετείχα, το 2009. 

Ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα συνδιοργάνωση του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος και του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη. Δυστυχώς, όπως θα δείτε και στις φωτογραφίες, ο χώρος δεν ήταν ο πλέον κατάλληλος για την έκθεση. Κυρίως ήταν πολύ μικρός. Ωστόσο έγιναν φιλότιμες προσπάθειες για την διαμόρφωσή του και την καλύτερη παρουσίαση των έργων.

Θεωρώ ότι έχουν ένα ενδιαφέρον για τους επαγγελματίες των μουσείων αλλά και τους λάτρεις της τέχνης. Εύχομαι να τις απολαύσετε. 


Κλικάρετε πάνω στις φωτογραφίες για να τις δείτε σε μεγέθυνση, στον πανόπτη. 



Η επιμελήτρια της έκθεσης, κα Μαριλένα Κασιμάτη επιβλέπει τα έργα.




















Και όπως μεταμορφώθηκε ο χώρος της έκθεσης μετά την μουσειογραφική πραγμάτωση...














Οι συντελεστές της έκθεσης ήταν:
Οργάνωση: Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη.
Συντονισμός, σχεδιασμός Μαριλένα Κασιμάτη.
Αρχιτεκτονικός Σχεδιασμός: RCL Αρχιτέκτονες, Μ. Ροσιέ, Ε. Χαραλαμπίδου, Κ. Λασκαρίδης & Συνεργάτες Ο.Ε.
Διοικητική υποστήριξη: Σουζάνα Λασκαρίδη, Πηνελόπη Βουγιουκλάκη, Κλεοπάτρα Ρηγάκη, Χαράλαμπος Τορτορέλης.
Συντήρηση: Αγγελική Μαχάων, Χριστίνα Καραδήμα, Μαριέττα Βιδάλη, Τάκης Ρομπάκης.
Κατασκευές: Ε. Λιγνός.
Ηλεκτρολογική μελέτη: Καρακάσης Φωτισμός Ε.Π.Ε.
Ασφάλιση έργων: Lloyds, London.
Μεταφορά και τοποθέτηση έργων: Orphée Beinoglou Fine Arts, S.A.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Προτομή Κωνσταντίνου Βολανάκη στη Πλατεία Φρεαττύδας

Στο περιοδικό "Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας", τεύχος 67, στο αφιέρωμα για την έκθεση "Κωνσταντίνος Βολανάκης 1837 - 1907, ο ποιητής της θάλασσας" δημοσίευσα κείμενο για την προτομή του ζωγράφου στη πλατεία της Φρεαττίδος, στον Πειραιά. Τις φωτογραφίες τράβηξα το καλοκαίρι του 2009. Σήμερα η προτομή και ο περιβάλλον χώρος έχει καθαριστεί και συντηρηθεί από τον Δήμο Πειραιά.
__________________

Πάνω από την βιβλιοθήκη του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος, στο άνοιγμα του πεζοδρομίου επί της Ακτής Μουτσοπούλου, δημιουργείται μια μικρή πλατεία όπου συναντάμε την προτομή του μεγάλου Έλληνα θαλασσογράφου Κωνσταντίνου Βολανάκη.

Ο ζωγράφος έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μετά την επιστροφή του από το Μόναχο (1883 – 1907) στον Πειραιά. Το σπίτι του βρίσκονταν στην διασταύρωση των οδών Μπουμπουλίνας και Υψηλάντου. Η σχολή που ίδρυσε βρίσκονταν κοντά στην περιοχή όπου σήμερα η προτομή του αγναντεύει το Πασαλιμάνι.

Την αυστηρή μορφή του Κωνσταντίνου Βολανάκη σμίλεψε στο μάρμαρο ο γνωστός γλύπτης Νικόλας, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Νικόλαου Παυλόπουλου. Ο Νικόλαος Παυλόπουλος γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας Μαγνησίας το 1909. Τα πρώτα μαθήματα γλυπτικής τα πήρε από τον πατέρα του που ήταν γνωστός ξυλογλύπτης εκκλησιαστικών επίπλων. Σπούδασε γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Θωμά Θωμόπουλο.

Ασχολήθηκε με την γλυπτική ακαδημαϊκού ύφους στο ξύλο και στο μάρμαρο ενώ ως χαράκτης πραγματοποίησε ξυλογραφίες και εικονογραφήσεις βιβλίων. Έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις τέχνης στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Λονδίνο, Ουάσιγκτον, Μόντρεαλ, Τόκιο, κ.ά). Τιμήθηκε επίσης με διεθνή βραβεία στο Παρίσι, την Ρώμη, την Φλωρεντία, κ.ά.

Ο γλύπτης πέθανε το 1990 και με την διαθήκη του δημιουργήθηκε το Δημοτικό Μουσείο Γλύπτη Νικόλα στο πατρικό χωριό του, στον Άγιο Γεώργιο, όπου εκτίθενται μερικά από τα πιο σημαντικά του έργα.

Η προτομή του Κωνσταντίνου Βολανάκη κατασκευάστηκε το 1961, ένα χρόνο πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες στον όρμο της Φρεαττύδας, όπου βρίσκεται σήμερα. Είναι δωρεά των Ιωάννη και Αλέξανδρου Α. Μελετόπουλου.












 

Κωνσταντίνος Βολανάκης - σύντομη βιογραφία

Κατά το 2009 είχα την τύχη, μέσα στα πλαίσια της εργασίας μου στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, να συνεργαστώ με την ομάδα που διοργάνωσε και πραγματοποίησε την περιοδική έκθεση «Κωνσταντίνος Βολανάκης 1837 – 1907, ο ποιητής της θάλασσας», συνδιοργάνωση του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος και του Ιδρύματος Λασκαρίδη. Το κείμενο που ακολουθεί παρουσίασα στο περιοδικό «Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας», τεύχος 67, στο σχετικό αφιέρωμα που επιμελήθηκα. Παράλληλα το κείμενο αυτό αναδημοσιεύτηκε από πολλά περιοδικά και εφημερίδες (Πλεύση, Εφοπλιστής, κτλ).
___________________

Φωτογραφία του Κωνσταντίνου Βολανάκη


Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης έχει ονομαστεί ο πατέρας της Ελληνικής θαλασσογραφίας αφού έχει παρουσιάσει με μοναδικό τρόπο την θαλασσινή Ελλάδα (θαλασσογραφία, τοπιογραφία, πλοιογραφία) στις ελαιογραφίες του.

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1837. Η οικογένειά του είχε επιδοθεί στο εμπόριο και λόγω αυτών των δραστηριοτήτων της εγκαταστάθηκε στη Σύρο, όταν ακόμη ο Βολανάκης ήταν σε μικρή ηλικία. Το λιμάνι της Σύρου τότε αποτελούσε το μεγαλύτερο και σημαντικότερο λιμάνι της Ελλάδος, ήταν εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο και η Ερμούπολη, η πρωτεύουσα του νησιού, ήταν το διοικητικό κέντρο των Κυκλάδων. Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης μεγάλωσε σε αυτό το περιβάλλον όπου η θάλασσα αποτελούσε τον κύριο τροφοδότη της ζωής του νησιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα ναυπηγεία του νησιού έφτασαν να απασχολούνται περί τους 2.000 ναυτεργάτες ενώ ναυπηγούνταν περίπου 80 πλοία το χρόνο. Το 1854 στη Σύρο ναυπηγήθηκε και το πρώτο Ελληνικό ατμόπλοιο.

Γκραβούρα με άποψη της Σύρου κατά τον 19ο αιώνα

Το 1856 ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στο περίφημο πρώτο Γυμνάσιο της Ελλάδος, το οποίο είχε ιδρυθεί στο νησί ήδη από το 1833 από Νεόφυτο Βάμβα. Την ίδια χρονιά η οικογένειά του, η οποία πιστεύει ότι ο γιος τους πρέπει να απασχοληθεί με τις οικογενειακές επιχειρήσεις, τον στέλνει στην Τεργέστη για να εκπαιδευτεί και να εργαστεί ως λογιστής στον εμπορικό οίκο του Γεώργιου Αφεντούλη, αδελφό του γαμπρού του Βολανάκη.

Άποψη της Τεργέστης.

Εκεί, ανάμεσα στα λογιστικά τετράδιά του και σημειώσεις, ο συγγενής και εργοδότης του ανακαλύπτει συχνά σχέδια με μολύβια τα οποία παρουσιάζουν σκηνές των λιμανιών που ήταν τόσο οικείες στον νεαρό λογιστή και εξέφραζαν την νοσταλγία του για την πατρίδα. Ο Αφεντούλης δεν θυμώνει με αυτή την ενασχόληση του προστατευόμενού του. Αντιθέτως εκτιμά την κλίση του στις τέχνες και με δική του παρέμβαση προς τους γονείς του εξασφαλίζει την συναίνεσή τους ώστε να μεταβεί ο Κωνσταντίνος Βολανάκης στο Μόναχο για να φοιτήσει στην περίφημη Σχολή Καλών Τεχνών.


Άποψη της πόλης του Μονάχου

Το κτίριο της Σχολής Καλών Τεχνών του Μονάχου


Προσπωπογραφία του Καρόλου - Θεόδωρου von Piloty, καθηγητή του Κωνσταντίνου Βολανάκη στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μονάχου.

Εκεί είχε την τύχη να μαθητεύσει δίπλα σε έναν σπουδαίο ζωγράφο και επίτιμο διδάσκοντα της Σχολής, τον Karl von Piloty. Ο Κάρολος – Θεόδωρος von Piloty (1826 – 1886) γεννήθηκε στο Μόναχο. Ο πατέρας του ήταν ένας διάσημος γερμανός λιθογράφος της εποχής, ο Ferdinand Piloty. Μαθήτευσε στην Ακαδημία του Μονάχου και ταξίδεψε στο Βέλγιο, στη Γαλλία και την Αγγλία, όπου τα έργα του έκαναν μεγάλη εντύπωση για τον εντυπωσιακό ρεαλισμό τους σε ιστορικά θέματα (η μάχη στο Λευκό Όρος κοντά στη Πράγα, ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κ.ά). Το 1854 προσλήφθηκε από τον Βασιλιά Μαξιμιλιανό Β΄ για να εμπλουτίσει την εικαστική του συλλογή αλλά και να εικονογραφήσει τα βασιλικά παλάτια του Μονάχου. Για τον Βαρόνο von Schach ζωγράφισε τον διάσημο πίνακα «η ανακάλυψη της Αμερικής». Ο Karl von Piloty υπήρξε ο αντιπροσωπευτικός εκπρόσωπος της σχολής του ρεαλισμού στη Γερμανία και ένας άριστος διδάσκαλος των τεχνών. Το έργο του επηρέασε τους μαθητές του που εξελίχθηκαν σε σπουδαίους επίσης ζωγράφους (Makart, Lenbach, Defregger) όπως και τον Κωνσταντίνο Βολανάκη.

Καθοριστική για την καλλιτεχνική πορεία του Βολανάκη ήταν η απόφασή του να συμμετάσχει σε έναν καλλιτεχνικό διαγωνισμό το 1866. Η Αυστριακή Κυβέρνηση προκήρυξε εκείνη τη χρονιά διαγωνισμό ελαιογραφίας για την καλύτερη απεικόνιση της Ναυμαχίας της Λίσσας. Μαζί με το πρώτο βραβείο για τα σχέδιά του για το έργο, κερδίζει και ένα ταξίδι στην Αδριατική, ώστε να γνωρίσει τον τόπο της ναυμαχίας. Ο ίδιος ο πίνακας, ολοκληρωμένος, παρουσιάζεται το 1868 στην Καλλιτεχνική Έκθεση της Βιέννης και αγοράζεται από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ. Μετά από αυτή την επιτυχία του ζωγράφου έρχονται πολλές προτάσεις για συμμετοχή σε εκθέσεις. Από το 1869 έως το 1878 συμμετέχει έξι φορές στην Καλλιτεχνική Έκθεση της Βιέννης ενώ το 1877 εκθέτει στο Λονδίνο τον πίνακά του «η Ναυμαχία του Τραφάλγαρ» τον οποίο σπεύδει να αποκτήσει το Υπουργείο Ναυτικών της Αγγλίας.


Το 1883 αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα, εξαιτίας προβλημάτων υγείας της συζύγου του. Στην Αθήνα ήδη έχει διαμορφωθεί και επιβληθεί στη ζωγραφική η λεγόμενη «Σχολή του Μονάχου», με ζωγράφους οι οποίοι επίσης σπούδασαν στο Μόναχο. Ο Βολανάκης διορίζεται καθηγητής στη Σχολή Τεχνών (μετέπειτα Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών) όπου διδάσκει τα μαθήματα της «Στοιχειώδους Γραφικής» και «Αγαλματογραφίας» για δεκαέξι συνεχή χρόνια, οπότε αναγκάζεται να παραιτηθεί εξαιτίας προβλημάτων της δικής του υγείας. Παράλληλα, στον Πειραιά όπου έχει εγκατασταθεί, κοντά στη πλατεία Φρεαττύδας και πάνω από το σημερινό Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, ιδρύει μια μικρή σχολή ζωγραφικής, το «Καλλιτεχνικό Κέντρο».

Στην Ελλάδα βραβεύθηκε πολλές φορές για το έργο του. Ανάμεσα σε άλλες διακρίσεις του απονεμήθηκε ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος (1889) και το αργυρό βραβείο στη Διεθνή Έκθεση των Αθηνών (1903).

Ο Βολανάκης ξεκίνησε κυρίως ως τοπιογράφος. Επηρεασμένος από το πνεύμα της Ακαδημίας του Μονάχου, στράφηκε στην απεικόνιση ιστορικών θεμάτων. Στην Ελλάδα, για βιοποριστικούς κυρίως λόγους, λόγω των παραγγελιών του, εξειδικεύεται στην θαλασσογραφία. Επηρεασμένος από τους Ολλανδούς θαλασσογράφους του 17ου αιώνα, τους οποίους είχε μελετήσει κατά τις σπουδές του και την παραμονή του στην Βόρεια Ευρώπη, πειραματίζεται στα χρώματά του ώστε να καταφέρει να αποδώσει με χρωματική αρμονία το θαλάσσιο ελληνικό περιβάλλον.

Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Γεώργιος Ιακωβίδης και ο Νικόλαος Γύζης (ο οποίος όμως δεν γύρισε ποτέ στην Ελλάδα) θεωρούνται οι κυριότεροι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου.

Η ρομαντική Σχολή του Μονάχου καθιερώθηκε στην Ελλάδα κατά κύριο λόγο εξαιτίας των ιδιαίτερων δεσμών που αναπτύχθηκαν μεταξύ της χώρας με την Βαυαρία, κατά τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Με την στήριξη και ενθάρρυνση του Ελληνικού Κράτους πολλοί καλλιτέχνες και κυρίως ζωγράφοι σπούδασαν στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Γυρνώντας στην Ελλάδα διορίστηκαν και δίδαξαν στη Σχολή Καλών Τεχνών, επιβάλλοντας στις τέχνες την εικαστική τους άποψη και διαμορφώνοντας το ρεύμα της Σχολής στην Ελλάδα. Οι ζωγράφοι της Σχολής δίδουν μεγάλο βάρος στη χρήση των χρωμάτων. Αναζητούν τον ρεαλισμό με ύφος πομπώδες και θεατρικό. Κυρίως ηθογραφούν, παρουσιάζοντας ρομαντικές σκηνές τόσο από την Ελληνική ύπαιθρο, όσο και από τα αστικά κέντρα. Ακολουθεί στις προτιμήσεις των θεμάτων του η προσωπογραφία και η τοπιογραφία και λιγότερο η νεκρά φύση.


Ελαιογραφία του Κωνσταντίνου Βολανάκη, Πανηγύρι στο Μόναχο

Την στιγμή που στην Ευρώπη έχει γενικευτεί το κίνημα του ιμπρεσιονισμού, ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα οι ζωγράφοι παραμένουν προσηλωμένοι στις αρχές του ακαδημαϊκού ρεαλισμού. Αυτή η καθυστέρηση στην Ελληνική ζωγραφική αποδίδεται στον συντηρητισμό της Σχολής του Μονάχου. Οι ιμπρεσιονιστές δίδουν περισσότερη έμφαση στην αναπαράσταση του φυσικού φωτός ενώ ενδιαφέρονται να αποτυπώσουν την άμεση εντύπωση που δίδει μια σκηνή ή ένα αντικείμενο. Μια προσεχτική μελέτη στα έργα του Βολανάκη μαρτυρά ότι ο ζωγράφος είχε γνωρίσει το νέο κίνημα και είχε αρχίσει «συντηρητικά» να εφαρμόζει τις αρχές του σε κάποια έργα του, κυρίως στα φωτεινά. Ο πίνακάς του «Πανηγύρι στο Μόναχο» (1876) θεωρείται το πρώτο ελληνικό ιμπρεσιονιστικό έργο.

Ελαιογραφία του Κωνσταντίνου Βολανάκη, Η Αποβίβαση του Καραισκάκη στο Φάληρο.

Παρόλο που ο Κωνσταντίνος Βολανάκης πέθανε πάμφτωχος (1907), τα έργα του σήμερα πωλούνται πολλές χιλιάδες ευρώ. Ο πίνακάς του «Η Αποβίβαση του Καραϊσκάκη στο Φάληρο» ο οποίος δημοπρατήθηκε τον Νοέμβριο του 2008 στο εξωτερικό, σημείωσε ρεκόρ για τιμή ελληνικού πίνακα αφού πλησίασε τα δύο εκατομμύρια ευρώ.