Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Επίσκεψη στην αναδρομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς


Σήμερα, Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010, βρήκα την ευκαιρία να αφιερώσω το κρύο αυτό πρωινό στην αναδρομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη που διοργανώνει το Μουσείο Μπενάκη μαζί με το Ίδρυμα Τσαρούχη και χορηγεί, αν δεν κάνω λάθος, η Τράπεζα Κύπρου, στο κτίριο του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς.

Πρόκειται πραγματικά για μια συγκλονιστική εμπειρία τόσο για τους φιλότεχνους όσο και για οποιονδήποτε έχει την τύχη να περάσει αυτές τις μέρες από το Μουσείο, είτε έχει σχέση με τις τέχνες, είτε όχι. Είναι μια πραγματικά παιδευτική εμπειρία και πνευματική πρόκληση να θαυμάσεις τόσα πολλά έργα του μεγάλου μας αυτού ζωγράφου (περίπου 670!!!), στον ίδιο χώρο. Ακόμα και η απλή χρονολογική παράθεση των έργων στην αίθουσα κάνει και τον πιο ανίδεο να συνειδητοποιήσει την πορεία και την εξέλιξη του καλλιτέχνη, τις διάφορες εποχές του, τις προκλήσεις και εμπνεύσεις του και να αποκτήσει μια συνολική εικόνα για το έργο του. Και πραγματικά θεωρώ ότι αυτή η έκθεση, μαζί με την έκθεση του Κωνσταντίνου Βολανάκη, στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος είναι τα πιο σημαντικά εικαστικά γεγονότα που καλημερίζουν την νέα δεκαετία (ακόμα και σε μέρες κρίσης).

Σημαντικές αναλύσεις της ζωής και του έργου του συμπεριλαμβάνονται στο κατάλογο της έκθεσης(= 50 €), ο οποίος μου έκανε μεγάλη εντύπωση, παρόλο που δεν τον έχω ακόμα μελετήσει αρκετά ώστε να έχω ολοκληρωμένη εικόνα και άποψη. Στον κατάλογο αυτό, για πρώτη φορά επιχειρούνται και πρωτότυπες προσεγγίσεις για την ερωτική ζωή του Τσαρούχη και το πώς αυτή τον ενέπνευσε στην καλλιτεχνική του πορεία.


Δεν θα γράψω κάτι σχετικά με την ζωή και το έργο του καλλιτέχνη, άλλωστε έχουν γραφεί τόσα πολλά. Αυτό που έχω να συμπληρώσω είναι ότι αυτή η έκθεση και το γεγονός ότι διοργανώνεται από το Μουσείο Μπενάκη (το οποίο πλέον, είτε από το προσεγμένο και ποιοτικό έργο του, είτε από το έξυπνο μάρκετινγκ και έναν εξασφαλισμένο προϋπολογισμό έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού) απενοχοποιεί τον Τσαρούχη και το έργο του που θα έλεγα ότι θεωρούνταν από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας του 2010 «απαγορευμένη» ή «ένοχη» τέχνη.

Άλλωστε, όπως είχα κάποτε πει για την λογοτεχνία σε ένα βραβείο που μου απέδωσαν για ένα διήγημά μου, η τέχνη γενικότερα αποτελεί το πιο υγιές περιβάλλον για να εκτονώσουμε με ασφάλεια κάθε απωθημένο μας, κάθε μίσος και πάθος, δίχως συνέπειες άμεσες (μέχρι να εκτεθούμε βεβαίως στο κοινό μας). Μισούμε κάποιον; Tον σκοτώνουμε στο λογοτεχνικό μας έργο. Μας αρέσει κάποιος; Tον σέρνουμε σαν πρωτόγονοι άνθρωποι, από τα μαλλιά, στον πίνακά μας. Κάπως έτσι, και ο Τσαρούχης, νοιώθω ότι βρίσκει διέξοδο στην τέχνη. Και τα συναισθήματά του φαίνεται να είναι τόσο έντονα που δημιουργούν μερικά από τα καταπληκτικότερα έργα της ελληνικής ζωγραφικής, άσχετα με το αν συμφωνούμε με τα θέματα και τις προτιμήσεις του ή όχι. Είναι αυτό που μου λείπει από τα σύγχρονη ελληνική ζωγραφική, το συναίσθημα, και ίσως είναι αλήθεια ότι δίχως καταπίεση, απαγόρευση, κατάθλιψη, μελαγχολία, ερωτική απογοήτευση, δυστυχία, αξιόλογη τέχνη δεν υπάρχει.

Αυτά για το συναισθηματικό μέρος της οπτικής μου για την έκθεση για τον Τσαρούχη, που δεν πρέπει να χάσει κανείς. Για την επαγγελματική μου οπτική, είναι εμφανής η παντελής έλλειψη μουσειολογικής θεώρησης, μουσειογραφικής διήγησης και επιμέλειας μουσειολόγου. Δεν γνωρίζω αν τελικά συνεργάστηκε μουσειολόγος στην ομάδα που έστησε την έκθεση (δεν οφείλουμε να γνωρίζουμε την ιδιότητα των συντελεστών από την απλή παράθεση των ονομάτων τους στον κατάλογο) αλλά ακόμα και αν υπήρξε στην ομάδα μουσειολόγος, κανένας δεν άκουσε την άποψή του (και μην αμφιβάλετε, αν είσαι απλά ένας υπάλληλος – μουσειολόγος, πώς θα επιβάλεις την άποψή σου;).

Στην έκθεση δυστυχώς λείπει μια ξεκάθαρη πορεία για το κοινό, ξεκάθαρες και ουσιαστικές ενότητες, χώροι ξεκούρασης (ήταν λίγο εξοντωτική, ειδικά σε συνθήκες συνωστισμού που βρέθηκα εγώ, και δεν θεωρώ ότι το καφέ/εστιατόριο του Μουσείου Μπενάκη έχει ανάγκη την εξόντωση του κοινού για να δουλέψει) και δεν υπάρχει μία συνέχεια του μέρους της έκθεσης του ισογείου με τον πρώτο όροφο. Γενικά η συνέχεια της έκθεσης στον όροφο αντιμετωπίζεται υποδεέστερα. Η προβληματική έγγραφη πληροφόρηση της έκθεσης δυσχεραίνεται στον πιο χαμηλό φωτισμό του ορόφου (δεν υπάρχει περίπτωση να διαβάσεις τα καρτελάκια εκεί δίχως να πλησιάσεις στα δέκα εκατοστά). Και είναι κρίμα που ένα Μουσείο Μπενάκη, με σχετικά πιο εύκολες χρηματοδοτήσεις από την πολιτεία (ειδικά τώρα) και πιο εύκολες χορηγίες από τον ιδιωτικό τομέα, να μην κάνει ένα βήμα για την στήριξη της δουλειάς του μουσειολόγου, που μόνο κέρδος έχει να του προσδώσει. Διότι αν δεν έχει ένα Μουσείο Μπενάκη χρήματα να πληρώσει τον μισθό ενός μουσειολόγου, ποιό μουσείο θα έχει από αυτά που κινδυνεύουν να κλείσουν από υποχρηματοδότηση; Και είναι μια ασέβεια για τον επισκέπτη να αδιαφορείς για την άποψή του, ακόμα και αν δεν την έχεις ανάγκη, και να μην βάζεις ένα βιβλίο επισκεπτών σε μια τέτοια έκθεση. Αυτά είναι σε γενικές γραμμές οι λόγοι που στεναχώρησαν σε αυτό το μεγάλο εικαστικό γεγονός που εξαιτίας του θέματός του και του πλούτου των έργων (δυστυχώς μόνο) θα θυμόμαστε για χρόνια.








Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Μαθαίνοντας στο μουσείο

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος «Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας», τεύχος 46 (Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος 2004). Είχα μόλις προσληφθεί στο Μουσείο και μου είχε ανατεθεί ο επανασχεδιασμός των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Μουσείου, τα οποία είχαν αρχίσει να πραγματοποιούνται το 1993.



Το κείμενο προέκυψε από την ανάγκη θεωρητικού υπόβαθρου για τον επανασχεδιασμό των προγραμμάτων. Πηγή για το κείμενο αποτέλεσε η συζήτηση με τους φοιτητές που είχα κάνει κατά την διάρκεια διάλεξης που πραγματοποίησα το 2003 στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών της Αλεξανδρούπολης, στα πλαίσια του μαθήματος «Μουσειακή Αγωγή» που δίδασκε ο καθηγητής κ. Άλκης Πρέπης.


Παράλληλα, το κείμενο αυτό τροφοδότησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στην διάλεξη που έδωσα το 2005 στους μεταπτυχιακούς φοιτητές της Μουσειολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Κάθε άποψη σχετικά με τους προβληματισμούς που τίθενται είναι ευπρόσδεκτη και πολύτιμη.
_________________________


Είναι τα μουσεία αντικειμενικά;
Μπορεί ένα μουσείο να περάσει λάθος μηνύματα στο κοινό του;
Μπορεί να είναι επικίνδυνο;
Υπάρχουν παρεξηγημένα μουσεία, εκθέσεις ή έργα τέχνης;
Τηρούνται τα κριτήρια του Διεθνούς Οργανισμού Μουσείων, για να μπορεί ένας οργανισμός να χρησιμοποιήσει τον όρο «μουσείο»;

Πριν από μερικά χρόνια, σε μια διάλεξή μου στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών της Αλεξανδρούπολης με θέμα «Εκπαιδευτικά προγράμματα, το παράδειγμα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Μαδρίτης και το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Reina Sofia» ξεκίνησα την παρουσίασή μου με μια ερώτηση στους φοιτητές και μελλοντικούς εκπαιδευτικούς. Αν χωρίς ενδοιασμό θα πήγαιναν τους μαθητές τους επίσκεψη σ’ ένα οποιοδήποτε μουσείο. Η απάντηση, βέβαια, ήταν καταφατική, και είναι κατανοητό, με το βάρος της ιστορίας που κουβαλάει η λέξη «μουσείο». Τι κακό θα μπορούσε να κάνει ο ναός των μουσών, ο ναός της ιστορίας και των τεχνών στα παιδιά;

Και όμως, η λέξη «μουσείο» αλλά και λέξεις που έχουν σχέση μ’ αυτό, όπως «τέχνη», «συλλογή», «μουσειακή συλλογή», «έκθεση», «μουσειολογία» , «μουσειογραφία» κ.ά. σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως με μια ευκολία, ίσως όχι αθώα. Και δυστυχώς δεν υπάρχει μια νομοθεσία ή ένας έλεγχος από τα Υπουργεία Πολιτισμού διεθνώς, που να μπορεί να επιτρέψει ή απαγορεύσει την χρήση τέτοιων όρων σε οργανισμούς που τους αξίζουν και ανταποκρίνονται σ’ αυτούς ή όχι (στην χώρα μας έγινε μια σχετική προσπάθεια με τον νέο αρχαιολογικό νόμο του 2002, ο οποίος διασαφηνίζει σχετικά καλύτερα από παλαιότερα κάποιους από τους παραπάνω όρους, αλλά, αν και ψηφίστηκε, συνεχίζει μέχρι σήμερα ανενεργός).

Στην συνέχεια θα παρουσιάσω μια σειρά από μουσεία και εκθέσεις που προβλημάτισαν τότε τους φοιτητές και πια ακούστηκαν απόλυτες απόψεις, όπως «ποτέ δεν θα πήγαινα τους μαθητές μου να επισκεφτούν αυτό το μουσείο».

Στο Άμστερνταμ, την πόλη των «ανατρεπτικών μουσείων», πολλές συλλογές και εκθέσεις ξαφνιάζουν τον ανυποψίαστο επισκέπτη. Ένα από αυτά είναι το Μουσείο Οργάνων Βασανιστηρίων του Μεσαίωνα. Εκτίθεται μια σειρά από πολύ καλά συντηρημένα τέτοια όργανα και η συλλογή πλουτίζεται με ανατριχιαστικές αναπαραστάσεις και σκίτσα χρήσης. Το σκηνικό συμπληρώνεται από κραυγές.

Αίσθηση προκαλεί και το Μουσείο Μαριχουάνας. Το φυλλάδιο για τον επισκέπτη αναφέρει ότι «ένα ταξίδι στο Άμστερνταμ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς μια επίσκεψη σ’ αυτό το μοναδικό μουσείο που παρουσιάζει την ιστορία και την χρήση της μαριχουάνας σ’ όλο τον κόσμο και περιλαμβάνει κήπο όπου ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει όλα τα στάδια ανάπτυξης του φυτού της μαριχουάνας».

Πιο ευχάριστη ίσως θα μπορούσε να είναι μια επίσκεψη στο Μουσείο του τατουάζ της ίδιας πόλης, εξαιτίας της πληθώρας πρωτότυπων σχεδίων και χρωμάτων. Στο μουσείο αυτό ο επισκέπτης μπορεί να κάνει ο ίδιος τατουάζ και να προσφέρει φωτογραφία του για να γίνει έκθεμα.

Διασκεδαστικές επισκέψεις μπορούμε να έχουμε και σε όλα τα Ερωτικά Μουσεία που λειτουργούν πια σ’ όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όταν μάλιστα τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει οι καταγγελίες για πραγματικά πολύτιμα έργα τέχνης, κυρίως αρχαιολογικών μουσείων, που βρίσκονται κρυμμένα σε σκονισμένες αποθήκες γιατί ξεπερνούν σε αισθησιασμό και ερωτισμό τους αρχαιολόγους των οργανισμών αυτών.

Είναι κατανοητό ότι τα μουσεία αυτά μόνο με χιούμορ μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε και ότι δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε στο χώρο τους έναν δάσκαλο με τους μαθητές του. Ωστόσο, θεωρώ ότι τα θέματα των οργανισμών αυτών είναι σοβαρά και ότι αν τα προσεγγίζαμε ανάλογα και με κριτήρια παιδαγωγικά και μουσειολογικά το αποτέλεσμα θα ήταν ενδιαφέρον. Γιατί ποιος αμφιβάλει ότι τα παιδιά δεν πρέπει να γνωρίσουν τα αποτελέσματα της χρήσης ναρκωτικών, τα βασανιστήρια που υπέστησαν κάποιοι άνθρωποι ή επιτέλους να έχουν μια σωστή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση;

Στο θέμα του τατουάζ δεν δικαιώθηκε ηθελημένα, αφού θα ’θελα να το αναλύσω περισσότερο ως «ανατρεπτικό» θέμα αλλά παράλληλα σοβαρό.

Το 1999, σε διαγωνισμό του Τμήματος Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης συμμετείχα σε ομάδα που πρότεινε στην Επιτροπή Κρίσης (που φημίζονταν για τον κλασικισμό της) το παραπάνω θέμα. Γνωρίζαμε ότι η πρότασή μας θα κρίνονταν αυστηρά και ότι δεν θα είχε καμιά τύχη αν δεν είχε σοβαρότητα. Προτείναμε λοιπόν μια έκθεση που θα παρουσίαζε την ιστορία και την εξέλιξη του τατουάζ από την προϊστορία μέχρι την σύγχρονη εποχή, την τελετουργική και θρησκευτική διάσταση του τατουάζ σε κάποιους λαούς αλλά και την εξουσία ή τιμωρία που συμβόλιζε σε κάποιες άλλες εποχές, το τατουάζ που καταδίκαζε κάποιους ανθρώπους να είναι διαφορετικοί από τους υπολοίπους. Από τις πρώτες μούμιες με τατουάζ, τους πρωτόγονους αφρικανικούς λαούς που κάθε τατουάζ τους σήμαινε και κάποιο εχθρό που είχαν σκοτώσει, τους ινδιάνους με τα τατουάζ ιεραρχίας τους, τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους που σημάδευαν τους δούλους τους, τους μεσαιωνικούς καλόγερους του μοναστηριού του Santiago de Compostela που τους χαρακτήριζε το τατουάζ ενός όστρακου, τους ναυτικούς με τα τατουάζ ανάλογα με τα χρόνια εμπειρίας τους στην θάλασσα, τους ναζί που με το τατουάζ ενός αριθμού κατηγοριοποιούσαν όσους προορίζονταν για τα κρεματόρια, φτάσαμε στους νέους που για αισθητικούς λόγους κάνουν τατουάζ σήμερα, στον πατέρα που έκανε τατουάζ το πρόσωπο του νεκρού του γιου για να τον κουβαλάει πάντα μαζί του, τον ανδαλουσιανό τσιγγάνο που χαράσσει το πρόσωπο της Παναγίας στα στήθη του για να δηλώσει την λατρεία του, κτλ.


Η πρότασή μας περιελάμβανε και απόψεις ιατρών για τους κανόνες υγιεινής που πρέπει να τηρούνται στα εργαστήρια τατουάζ, στατιστικά στοιχεία για άτομα που νόσησαν από ηπατίτιδα και AIDS εξαιτίας της μη τήρησης των κανόνων αυτών, το πόσο επιβλαβή είναι τα τατουάζ για τον οργανισμό και τις ευαισθησίες που προκαλούν σε αλλεργίες.

Σε προβολή παρουσιάζονταν η κοινωνιολογική διάσταση του θέματος, με απόψεις επιστημόνων αλλά και απόψεις ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών από γκάλοπ. Στην επαφή μας με εργαστήρια τατουάζ ανακαλύψαμε ότι οι ιδιοκτήτες ήταν όλοι απόφοιτοι της σχολής Καλών Τεχνών που δεν βρήκαν άλλη επαγγελματική διέξοδο, κάτι που παρουσιάστηκε στην έκθεση και προκάλεσε αίσθηση στην σχολή.

Η έκθεση κρίθηκε ως διδακτική και η 2η καλύτερη στην σχολή.

Πέρα από τα θέματα που αναφέρθηκαν και χαρακτηρίζονται από την διαφορετικότητά τους, που εύκολα διαφαίνεται, κάποιες άλλες εκθέσεις μπορούν να μας προβληματίσουν περισσότερο εξαιτίας, ίσως, της σκληρότητας της θεματολογία τους. Η παγκόσμια έκθεση φωτογραφίας τύπου που ταξιδεύει κάθε χρόνο σ’ όλο τον κόσμο χαρακτηρίζεται από εικόνες βίας, που ίσως εμάς τους ενήλικες σωστά προβληματίζει για τον κόσμο που έχουμε φτιάξει, αλλά δεν γνωρίζουμε πως μπορεί μια τέτοια φωτογραφία χωρίς καμιά εξήγηση να φοβίσει ή τραυματίσει την ψυχή ενός παιδιού. Αν και αναρωτιέμαι πόσο πιο σκληρές είναι οι φωτογραφίες αυτές από έναν κλασσικό πίνακα του Caravaggio. Μήπως ούτε η κλασσική τέχνη είναι αθώα τελικά;.

Μια άλλη έκθεση που προβληματίζει για τον ίδιο λόγο ήταν «το σημάδι της κακοποίησης» με ζωγραφιές κακοποιημένων ψυχολογικά και σωματικά παιδιών από τους γονείς τους, διοργάνωση του οργανισμού κατά της κακοποίησης παιδιών και της τράπεζας Caixa, στην Μαδρίτη το 2001.

Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι η κριτική προσέγγιση και η συζήτηση του παιδαγωγού με το παιδί είναι σωτήρια, γιατί το παιδί δεν πρέπει ούτε να ζει στην άγνοια, ούτε να αφεθεί μόνο του στην ερμηνεία μιας τέχνης εντυπωσιασμού που μπορεί να γίνει και σκληρή και παραπλανητική.

Ένα ακόμα θέμα που θα τεθεί είναι οι προπαγανδιστικοί στόχοι που μπορεί να έχει ένα μουσείο ή μια έκθεση. Στόχοι που με μια ωραία και εντυπωσιακή μουσειολογική παρουσίαση ή μια έξυπνη αρχαιολογική προσέγγιση, μπορεί να μην είναι εύκολα ορατοί.

Ένα ιστορικό παράδειγμα τέτοιου μουσείου ήταν το Ηeimatsmuseum (το μουσείο της πατρίδας) στην Γερμανία του Χίτλερ. Οι μαθητές οικειοποιούνταν με όργανα των προγόνων τους και στην συνέχεια σε εργαστήρια τα ανακατασκεύαζαν. Στα προγράμματα αυτά τονίζονταν η εξυπνάδα της Άριας φυλής και η ανάγκη να κυβερνηθεί ο κόσμος από αυτή.

Κριτικές για προπαγανδιστικές εκθέσεις ακούγονται συχνά. Θα αναφέρω την έκθεση «Carolus 2000», για την ζωή του Ισπανού Αυτοκράτορα Carlos V (1500-1558), που προέκτεινε την ισπανική κυριαρχία μέχρι την καρδιά της Ευρώπης, στο μουσείο Santa Cruz του Τολέδο (για να μην το κάνω για εκθέσεις στην χώρα μας). Στον τύπο τότε ακούστηκαν πολλά σχόλια για το ότι πίσω από την ιστορική και καλλιτεχνική αξία των εκθεμάτων και την σύγχρονη παρουσίασή τους, κρυβόταν μια πτυχή της προσωπικότητας της ζωής του βασιλιά. Το πόσο πολεμοχαρής και αιμοδιψής ήταν, τους διωγμούς που επέβαλε σε μειονότητες, πόσο σκληρός ήταν με τους εχθρούς του. Οι ιστορικοί επέκριναν την ωραιοποίηση της ζωής του από το μουσείο και ανέφεραν ότι ήταν σπουδαίος πολεμικός αρχηγός αλλά όχι και καλόκαρδος και θρησκευόμενος άνθρωπος, όπως άφηνε να εννοηθεί η έκθεση.

Πέρα από την πολιτική προπαγάνδα, ένας επισκέπτης πώς μπορεί να φανταστεί ότι το μουσείο ίσως τον κοροϊδεύει, ίσως του παρουσιάζει κάτι ψεύτικο, κάτι ασήμαντο ως σπουδαίο έκθεμα; Και όμως, συμβαίνει συχνά σε πολλά μουσεία σε όλο τον κόσμο. Δυστυχώς κάποιοι οργανισμοί αναγκάζονται να πουν «ψέματα». Πολλοί δωρητές συλλογών σε μουσεία, θέλοντας το όνομά τους να συνοδεύει πάντα την συλλογή τους, θέτουν ως όρο της δωρεάς η συλλογή να μην χωριστεί και να εκτίθεται πάντα μαζί. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι ίσως αν ένα από τα εκθέματα δεν έχει αξία, αν ο συλλέκτης και δωρητής το είχε εκτιμήσει λάθος, αν τελικά ήταν ένα καλό αντίγραφο που τον ξεγέλασε, το μουσείο είναι αναγκασμένο να το εκθέσει με την υπόλοιπη συλλογή. Και είναι δύσκολο για το μουσείο να παραδεχτεί ότι κάποιο από τα αντικείμενα που εκθέτει δεν έχει καμιά αξία. Ή ακόμα το ίδιο το μουσείο μπορεί να έχει αρχικά ξεγελαστεί από ένα καλό αντίγραφο. Πώς τώρα να πει στο κοινό του ότι τόσο καιρό, έστω άθελά του, έλεγε ψέματα;

Κάτι που επίσης συμβαίνει συχνά είναι ότι συνήθως κοσμήματα και έργα τέχνης μεγάλης αξίας φυλάσσονται σε χρηματοκιβώτια ενώ στην έκθεση παρουσιάζονται αντίγραφα, χωρίς καμιά ενημέρωση του κοινού που πιστεύει ότι βλέπει τα πρωτότυπα.

Πολλοί λόγοι λοιπόν για να αμφισβητηθεί ένα μουσείο. Αν ωστόσο αντιμετωπίσει τον φόβο του αυτό δυναμικά και έξυπνα, τέτοια εκθέματα μπορούν ακόμα και να γίνουν πόλος έλξης για το κοινό. Και θα αναφέρω δύο παραδείγματα.



Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Μαδρίτης εκθέτει μια περίφημη συλλογή της αρχαίας Αιγύπτου. Για πολλά χρόνια το κοινό άκουγε τους αρχαιολόγους να αναλύουν τις αληθινές μούμιες της συλλογής. Έως πριν λίγα χρόνια που μια απόφαση να διεξαχθεί περαιτέρω έρευνα και να συντηρηθούν οι μούμιες, τις έφερε απέναντι στον ραδιογράφο. Η ραδιογραφία έδειξε ότι η μια μούμια δεν ήταν αληθινή. Προφανώς κάποιος τυμβωρύχος είχε κλέψει την μούμια και είχε τοποθετήσει μέσα ένα κομμάτι ξύλο! Το θέμα πήρε μεγάλες διαστάσεις στον τύπο αλλά το Μουσείο κατάφερε να το χρησιμοποιήσει προς όφελός του και να γλιτώσει από την αμφισβήτηση με έναν επιτυχημένο ελιγμό. Προσκάλεσε το κοινό να γνωρίσει την ψεύτικη μούμια που για χρόνια κορόιδευε το κοινό, την διεύθυνση του Μουσείου και τους αρχαιολόγους. Σήμερα όλοι οι επισκέπτες ζητάν να δουν την ψεύτικη μούμια που ποτέ δεν σταμάτησε να εκτίθεται με την υπόλοιπη συλλογή, αφού αποτελεί μέρος της ιστορίας της.

Το δεύτερο παράδειγμα αποτελεί η πρόταση ομάδας σχεδιασμού εκθέσεων το 2001, στο Υπουργείο Πολιτισμού της Ισπανίας. Ζητήθηκε να σχεδιαστεί μια έκθεση όπου θα πρόβαλε τα Εθνικά Μουσεία της χώρας σε μια διεθνή έκθεση τέχνης (έκθεση τέχνης IFEMA). Ήταν δύσκολο να βρεθεί ένα θέμα που να συνδέει μουσεία τόσο διαφορετικά όπως ήταν τα Εθνικά Μουσεία Ανθρωπολογίας, Αμερικής, Επιστημών και Τεχνολογίας, Διακοσμητικών Τεχνών, Εβραϊκό, Αρχαιολογικό και Αντιγράφων. Η χρυσή τομή τελικά εντοπίστηκε στα μυστικά των μουσείων που βέβαια δεν γνώριζε το κοινό. Σχεδιάστηκε η έκθεση «μυστικά…στην διάθεσή σας στα μουσεία», με θεματικές όπως αντικείμενα εξωτικά, απίθανα, περίεργα, εκπληκτικά, αντίγραφα, μαγικά, μυστηριώδη και ψεύτικα. Για την προβολή της έκθεσης χρησιμοποιήθηκε το χαριτωμένο ψέμα για να διορθωθεί το ψέμα, όπως «η Νίκη της Σαμοθράκης (το αντικείμενο αντίγραφο) μόνιμα πια στην Μαδρίτη». Η πρόταση πήρε το πρώτο βραβείο.

Με την παραπάνω παρουσίαση τέθηκαν προβληματισμοί για το πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα μουσεία, για το πώς μπορούν να αμφισβητηθούν και προς τα πού εξελίσσεται ο μουσειακός κόσμος. Σε κάθε περίπτωση, πολλά από τα παραπάνω θέματα, θα πρέπει να οριοθετηθούν από την πολιτεία, κυρίως ως προς τα όρια του πού ξεκινάει και μέχρι που φτάνει ένα μουσείο. Ωστόσο και οι εκπαιδευτικοί καλούνται να επιδείξουν ευελιξία, διαλλακτικότητα, ακόμα και υποχωρητική στάση σε νέες τάσεις της μουσειολογίας ώστε να καταφέρουν με επιτυχία να χρησιμοποιήσουν τα πλούσια εκπαιδευτικά ερεθίσματα που προσφέρει ο χώρος ενός μουσείου, οποιαδήποτε θεματικής.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Museo Arqueológico Nacional, Guía General, Madrid, M.A.N.,1996.Maria José Almagro Gorbea,
Museo de Reproducciones Artísticas, catálogo de arte clásico, Madrid, 2000.
Alicia Perea, Historia del oro en el Museo Arqueológico Nacional, Madrid, M.A.N., 1996.
Creencias y ritos funerarios, Madrid, M.A.N., 1995.
Tortorelis Charalampos, Memoria exposición IFEMA, Secretos escondidos… a tu alcance en los museos, Madrid, 2001.
Diana Belinchón Yague, Fátima Casado García, Lucila Fernández Barba, Lourdes Pérez Sierra, Charalampos Tortorelis, mira mi pecho tatuado, Madrid, 2001