Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Αποχαιρετώντας τον Γιάννη Μόραλη

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», τεύχος Φεβρουαρίου 2010, με μερικές αλλαγές επιβεβλημένες από τον λεγόμενο «δαίμων» του τυπογραφείου και των διορθωτών. Η σοβαρότερη αλλαγή/διόρθωση του δημοσιευμένου κειμένου, που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι ο Ναύαρχος Μόραλης, αδελφός του ζωγράφου είναι μέλος στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος όπου και εργάζομαι.
___________________


Ο ζωγράφος με τη γυναίκα του Μαρία Ρουσσέν, λάδι σε μουσαμά, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου



















Λίγο πριν την δύση του 2009, την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου, έφυγε από την ζωή ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Ελλάδος και μια σπουδαία φυσιογνωμία της τέχνης του 20ου αιώνα, με παγκόσμια φήμη και αναγνώριση, ο Γιάννης Μόραλης. Έσβησε ήρεμα και αθόρυβα, πλήρης ημερών, έργου και τιμών, σε ηλικία 93 ετών, στην κατοικία του στην Αθήνα.



Ο Γιάννης Μόραλης γεννήθηκε στην Άρτα στις 23 Απριλίου/ 6 Μαΐου του 1916. Ήταν το δεύτερο παιδί από τα τέσσερα του φιλόλογου Κωνσταντίνου Μόραλη και της Βασιλικής το γένος Αναστασίου Μιχάλη. Τα άλλα του αδέλφια ήταν η Όλγα, η Βασιλική και ο αγαπητός στο Πολεμικό Ναυτικό Βετεράνος Ναύαρχος Γεώργιος Μόραλης.




Εργάτες στο λιμάνι του Πειραιά το 1932, μελάνι και μολύβι, από την συλλογή του ίδιου του καλλιτέχνη.
















Από μικρή ηλικία ο Γιάννης Μόραλης άρχισε να εκφράζει τα συναισθήματά του και να αναπαριστά τις εικόνες του περιβάλλοντός του αλλά και του μυαλού του μέσω των τεχνών. Παρακολουθώντας την θεία του, Βιργινία Μιχάλη, να ζωγραφίζει, είχε την τύχη, ήδη από την προσχολική του ηλικία, να γνωρίσει τα υλικά της ζωγραφικής και να τα αγαπήσει σαν παιχνίδια αλλά και σαν μέσο επικοινωνίας, πριν ακόμα σχεδόν προλάβει να καλλιεργήσει, σε εκείνη την ηλικία, την γλώσσα και την γραφή. Πασπάλιζε τα χρώματα, τα αναμίγνυε, τα μύριζε, μουτζουρώνονταν και γρήγορα άρχισε να φτιάχνει τις δικές του ζωγραφιές.

Η οικογένεια Μόραλη εγκαθίσταται για λίγα χρόνια στην Πρέβεζα (1922 – 1927) εξαιτίας μεταθέσεως του πατέρα, και στα 1927 εγκαθίσταται μόνιμα πια στην Αθήνα, κάτι που ευνοεί τον νεαρό Μόραλη και το ενδιαφέρον του για την ζωγραφική. Η οικογένειά του παράλληλα, φροντίζει να καλλιεργήσει την κλίση του μεγάλου γιου της, πράγμα σπάνιο για την εποχή. Ο ίδιος ο ζωγράφος είχε πει ότι γνώρισε τους μεγάλους ζωγράφους από την ενημερωμένη βιβλιοθήκη του πατέρα του, από γαλλικά βιβλία και από το ένθετο περιοδικό της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός» όπου υπήρχε στο σπίτι του. Παράλληλα, ο ίδιος ο πατέρας του τον συντρόφευε στις κυριακάτικες παραδόσεις της Σχολής Καλών Τεχνών.



Το Αιγαίο, δίπτυχο, λάδι σε μουσαμά, από την ιδιωτική συλλογή του καλλιτέχνη.
















Σε ηλικία μόλις 15 χρόνων, με την βοήθεια του μετέπειτα συζύγου της αδελφής του, ζωγράφου, Γιάννη Γεωργόπουλου, συμμετέχει στις εισαγωγικές εξετάσεις της Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών. Επιτυγχάνει και εγγράφεται στο προπαρασκευαστικό τμήμα της σχολής, παρακολουθώντας μαθήματα του Δημητρίου Γερανιώτη («εικαστικού τέκνου» των Νικολάου Γύζη, Κωνσταντίνου Βολανάκη και Νικηφόρου Λύτρα). Ο νεαρός φοιτητής, παράλληλα με τα μαθήματά του, εμφανίζει μια μεγάλη κινητικότητα στους εικαστικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Περνάει για λίγο από το εργαστήρι του Κωνσταντίνου Παρθένη, τον οποίο θαυμάζει, αλλά δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην «αυστηρή» ατμόσφαιρα που επικρατεί σε αυτό, σύμφωνα με δική του μαρτυρία. Τελικά καταλήγει στο εργαστήρι του Ουμβέρτου Αργυρού όπου επικρατεί μεγαλύτερη ελευθερία στην επιλογή της θεματολογίας και τεχνικής.



Η πρώτη ενθουσιώδης κριτική για το έργο του Γιάννη Μόραλη δημοσιεύθηκε το 1932 από τον σπουδαίο τεχνοκριτικό της εποχής Δ. Κόκκινο στο ιστορικό περιοδικό «Νέα Εστία» στο οποίο τότε διευθυντής ήταν ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Επρόκειτο για κριτική στα έργα του με τα οποία συμμετείχε στην έκθεση σπουδαστών της Σχολής Καλών Τεχνών και η πρώτη του επίσημη εμφάνιση.



Το καλοκαίρι, Ακρυλικό σε μουσαμά, ιδιωτική συλλογή.

















Συχνάζει στο εργαστήρι γλυπτικής του Κώστα Δημητριάδη, φοιτά στο εργαστήρι χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού και κάνει παρέα με τους Νίκο Νικολάου, Χρήστο Καπράλο και άλλους νέους ακόμα καλλιτέχνες που θα διαπρέψουν αργότερα στα εικαστικά της χώρας μας.



Το 1935 συμμετέχει μαζί με τους Γιώργο Δήμου και Σπύρο Μπονάνο σε ένα μεγάλο διαγωνισμό για την διακόσμηση της πρωτεύουσας ενόψει της επίσκεψης του βασιλιά της Αιγύπτου Φουάντ και κερδίζουν το τρίτο βραβείο.

Αποφοιτά από τη Σχολή Καλών Τεχνών το 1936 και κερδίζει υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών, από το Κληροδότημα της Ουρανίας Κωνσταντινίδου, για σπουδές ψηφοθετικής στο εξωτερικό.

 

Πλοία, λάδι σε μουσαμά, ιδιωτική συλλογή.

















Το 1937 είναι μια χρονιά καθοριστική τόσο για την καλλιτεχνική του πορεία όσο και για την ζωή του. Τον Μάρτιο σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό ατύχημα ο πατέρας του, κάτι που του κοστίζει πολύ, αφού ήταν αυτός που τον στήριζε μέχρι τότε στα βήματά του στις τέχνες και είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους αναχωρεί μαζί με τον συμφοιτητή του και καλό φίλο Νίκο Νικολάου για την Ρώμη. Τον Νοέμβριο εγκαθίσταται στο Παρίσι και, σύμφωνα με τους όρους της υποτροφίας του, παρακολουθεί μαθήματα ψηφοθετικής στη Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων. Παράλληλα εγγράφεται στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών Παρισιού και παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής και τοιχογραφίας.

Το 1939 αναγκάζεται να εγκαταλείψει τις σπουδές του στο Παρίσι και να επιστρέψει στην Ελλάδα, εξαιτίας της έκρηξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην Αθήνα συμμετέχει στην τελευταία προπολεμική Πανελλήνια Έκθεση στο Ζάππειο και κερδίζει το χάλκινο μετάλλιο. Κατά την διάρκεια της κατοχής, για να επιβιώσει, ασχολείται με την προσωπογραφία. Το 1941 παντρεύεται την Μαρία Ρουσσέν με την οποία χωρίζει το 1945.

 

Η Γοργόνα, λάδι σε μουσαμά, ιδιωτική συλλογή.















Το 1947 παντρεύεται τη γλύπτρια Αγλαΐα Λυμπεράκη και μαζί της αποκτά τον γιο του Κωνσταντίνο. Την ίδια χρονιά εκλέγεται τακτικός καθηγητής της προπαρασκευαστικής τάξης στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, θέση που διατήρησε μέχρι το 1983.

Μαζί με τους ζωγράφους Γιάννη Τσαρούχη, Νίκο Χατζηκυριάκο Γκίκα, Νίκο Νικολάου, Νίκο Εγγονόπουλο, Γιώργο Μανουσάκη, Γιώργος Μαυροΐδη, Λίλη Αρλιώτη, Ανδρέα Βουρλούμη, Έλλη Βοΐλα, Κοσμά Ξενάκη, Νίκο Γεωργιάδη, Παναγιώτη Τέτση, Μίνω Αργυράκη, Νέλλη Ανδρικοπούλου, Καίτη Αντύπα, Μαριλένα Αραβαντινού, Ευγένιο Σπαθάρη και τους γλύπτες Αγλαΐα Λυμπεράκη, Κλέαρχο Λουκόπουλο, Ναταλία Μελά και Γιώργο Γεωργίου, ιδρύουν την καλλιτεχνική ομάδα «Αρμός», το 1949. Στα πλαίσια της ομάδας, την επόμενη δεκαετία, θα συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στο Ζάππειο ενώ θα διοργανώσει και την πρώτη μεγάλη ατομική του έκθεση, αποσπώντας θριαμβευτικές κριτικές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η δεκαετία κατά την οποία καθιερώνεται ως κορυφαία μορφή των ελληνικών τεχνών.



Η Ύδρα, ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.















Παράλληλα ξεκινάει μια δεκαπενταετή συνεργασία με το Ελληνικό Χορόδραμα, σχεδιάζοντας σκηνικά και κουστούμια (1951), συνεργάζεται με το Θέατρο Κάρολου Κουν (1954) αλλά και με το Εθνικό Θέατρο (1957). Εκθέτει στο Βελιγράδι, τον Καναδά (1954), στη Βενετία (1958) ενώ το Δημοτικό Μουσείο Τορίνου αγοράζει την σύνθεσή του «Εσωτερικό» για τη συλλογή του (1958).

Το 1959 υποβάλει τα σχέδιά του για την διακόσμηση των εξωτερικών τοίχων της ΒΔ και ΝΑ πλευράς του ξενοδοχείου Χίλτον. Τα σχέδιά του εγκρίνονται και αρχίζει η εκτέλεση του έργου που ο τύπος την υποδέχεται με διθυραμβικές κριτικές. Αρχίζει τη συνεργασία του με μεγάλους Έλληνες και ξένους αρχιτέκτονες για την διακόσμηση τόσο δημόσιων κτιρίων όσο και ιδιωτικών κατοικιών. Μερικά από αυτά είναι το ξενοδοχείο του ΕΟΤ στη Φλώρινα, το Μον Παρνές στην Πάρνηθα, το εστιατόριο Ωκεανίς στη Βουλιαγμένη, τα περίπτερα του ΟΛΠ στην Ακτή Καραϊσκάκη (1960 – 61), το περίπτερο του ΕΟΤ «Διόνυσος» στου Φιλοπάππου (1962), το Δημαρχιακό Μέγαρο Αθηνών (1985), τον σταθμό Πανεπιστήμιο του Αττικό Μέτρο (2000 – 2001), κ.α.



Η Ύδρα, ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.














Το 1961 ξεκινάει τη συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο «Ίκαρος» και φιλοτεχνεί ποιητικές συλλογές των Οδυσσέα Ελύτη (1961), Γιώργου Σεφέρη (1965), κ.ά.



Μετά την δεύτερη ατομική του έκθεση το 1963 στη γκαλερί «Χίλτον» αρχίζει μια συνεπή συνεργασία με την γκαλερί «Ιόλα – Ζουμπουλάκη», μετέπειτα «Ζουμπουλάκη», πραγματοποιώντας από το 1972 έως και το 2004 όλες τις ατομικές του εκθέσεις (1972, 1978, 1983, 1992, 1997, 2002 και 2004). Παράλληλα εκθέτει στο Παρίσι (1978) και στη Νέα Υόρκη (2000), στη Σύρο, στη Νάξο και τους Δελφούς (2005).

Το 1988 η Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου οργανώνει μεγάλη αναδρομική έκθεση παρουσιάζοντας το σύνολο του έργου του. Τα τελευταία χρόνια ακολούθησε επίσης μεγάλη έκθεση με το έργο του Γιάννη Μόραλη από το Μουσείο Μπενάκη το 2005.



Τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη του Φοίνικα το 1965, με το Χρυσό Μετάλλιο στο Μόναχο, στην Διεθνή Έκθεση Χειροτεχνίας το 1973, με το Αριστείο των Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών το 1979, με τον Ταξιάρχη της Τιμής το 1999 ενώ την 28η Ιουλίου του 2009 ο Δήμος Αίγινας τον ανακηρύσσει Επίτιμο Δημότη Αιγίνης αφού στο νησί ο ζωγράφος περνάει μεγάλο μέρος της ζωής του και διατηρεί εργαστήρι.



Αφίσα που φιλοτέχνησε ο καλλιτέχνης για τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού το 1949.















 
Ο Γιάννης Μόραλης υπήρξε από τους τελευταίους εν ζωή εκπροσώπους της λεγόμενης Γενιάς του ’30. Διαμόρφωσε την καλλιτεχνική του ταυτότητα σε μια εποχή όπου η Ελληνική ζωγραφική αναζητούσε μια ισορροπία ανάμεσα στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και την ελληνική παράδοση, κάτι που κατάφερε με επιτυχία ο Γιάννης Μόραλης σε όλα τα στάδια της καλλιτεχνικής του πορείας. Τα έργα του, από τα πρώτα ρεαλιστικά του πορτραίτα μέχρι τα εντελώς σχηματικά, τοποθετούν τον άνθρωπο στο κέντρο, αναδεικνύουν τον εσωτερικό του κόσμο, ενώ τα χρώματά του επιτυγχάνουν να παραστήσουν το Ελληνικό φως και την χρωματική πανδαισία της Ελληνικής φύσης.



Όσοι γνώρισαν τον Γιάννη Μόραλη μαρτυρούν την μεγαλειότητα του έργου του δασκάλου και την πραότητα του χαρακτήρα του. Δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά αλλά μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει μέσα από τους καμβάδες του και από τα συναισθήματα που μεταδίδουν τα έργα του τον χαρακτήρα του ανθρώπου – καλλιτέχνη. Έχω όμως την ευτυχία να γνωρίζω από το Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος τον αδελφό του, Γεώργιο Μόραλη, παλαίμαχο του Πολεμικού Ναυτικού. Και μπορώ να διακρίνω ότι η αξιοπρέπεια, η διάθεση για επικοινωνία και μετάδοση των εμπειριών και γνώσεων στους νεότερους, το ήθος και η λεπτή αίσθηση του χιούμορ είναι οικογενειακό προσόν της οικογένειας Μόραλη. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο χαρακτήρας εκδηλώνεται σε πολύ νεότερους σε ηλικία, που, σύμφωνα με τις καθιερωμένες στρατιωτικές και κοινωνικές επιταγές, οφείλουν σεβασμό σε τέτοιες προσωπικότητες της ιστορίας μας. Και αυτό είναι το προσόν των μεγάλων «δασκάλων» και σπουδαίων ανθρώπων: να εμπνέουν σεβασμό και όχι να τον επιβάλουν.

Η βορειοδυτική όψη του ξενοδοχείου Χίλτον. Γραμμική σύνθεση σε Γιαννιώτικο μάρμαρο.









Το περιοδικό «Ναυτική Ελλάς» του οποίου ο Ναύαρχος Μόραλης είναι συνδρομητής, και εγώ προσωπικά, εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στους οικείους του μεγάλου καλλιτέχνη.



___________

Βιβλιογραφία:

• Βέργος Πέτρος, Γιάννης Μόραλης: χαρακτικά. Αθήνα, εκδ. Βέργος, 1993.

• Κόκκινος, Δημήτριος, αρχείο περιοδικού Νέα Εστία, τευχ. 135 (1932) και 159 (1933).

• Λαμπράκη – Πλάκα Μαρίνα, Εθνική Πινακοθήκη100 χρόνια. Τέσσερις αιώνες Ελληνικής Ζωγραφικής, Αθήνα, 2001.

• Οι Έλληνες ζωγράφοι, τόμ. 2. Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1976. Λεξικό Ελλήνων καλλιτεχνών: ζωγράφοι-γλύπτες-χαράκτες, 16ος-20ός αιώνας, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1997-2000.

• Χρήστου Χρύσανθος, Η Εθνική Πινακοθήκη: ελληνική ζωγραφική 19ος-20ος αιώνας, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1992.

• Χρήστου Χρύσανθος, Μυρτώ Κουμβακάλη-Αθανασιάδη, Νεοελληνική γλυπτική 1800-1940, Αθήνα, εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1982.


Λεπτομέρεια της Βορειοδυτική όψης του ξενοδοχείου Χίλτον όπου απεικονίζονται σχηματικά τριήρεις.













2 σχόλια:

  1. Μαζί με τις ευχαριστίες του για την παραπάνω παρουσίαση ο Ναύαρχος κ. Γεώργιος Μόραλης μου παρέδωσε ένα χαρτάκι με κάποια σημαντική διευκρίνηση για την οικογένεια, κάτι που δεν βρήκα σε καμιά βιογραφία. Γονείς της οικογένειας ήταν οι Κωνσταντίνος και Βασιλική Μόραλη και είχαν κάνει έξη παιδιά και όχι τέσσερα. Ο Τάσος και η Αλίκη Μόραλη απεβίωσαν με μικρή ηλικία στην Πρέβεζα. Ο ζωγράφος Ιωάννης Μόραλης και η Θεοδώρα απεβίωσαν σε βαθιά γεράματα και εν ζωή βρίσκονται ο Ναύαρχος Γεώργιος Μόραλης και η αδελφή του Όλγα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Παναγιώτα ΚαραχάλιουΤετάρτη, Μαΐου 30, 2012 12:08:00 π.μ.

    Σπουδαίος ζωγράφος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

it's your space, build what you want