Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Επίσκεψη στην έκθεση ΕΡΩΣ του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης



Το 2004, όταν έγραφα στο άρθρο «μαθαίνοντας στο μουσείο» (το οποίο είναι και η πρώτη ανάρτηση του ιστολογίου) ότι «τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει οι καταγγελίες για πραγματικά πολύτιμα έργα τέχνης, κυρίως αρχαιολογικών μουσείων, που βρίσκονται κρυμμένα σε σκονισμένες αποθήκες γιατί ξεπερνούν σε αισθησιασμό και ερωτισμό τους αρχαιολόγους των οργανισμών αυτών» είχα υπ’ όψιν μου τα εκθέματα που συνθέτουν την έκθεση που φέτος διοργανώνεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης «ΕΡΩΣ από τη Θεογονία του Ησίοδου στην Ύστερη Αρχαιότητα».

Τελικά το 2010 αποδεικνύεται χρονιά με σημαντικές προσπάθειες απενοχοποίησης στα μουσειακά πράγματα, με αυτή την έκθεση όσο και την αναδρομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη στο Μουσείο Μπενάκη και τις νέες προσεγγίσεις της ζωής και του έργου του που επιχειρούνται στον κατάλογο της έκθεσης.

Βλέποντας τα εκθέματα της έκθεσης ΕΡΩΣ βέβαια δεν μπορείς να αποφύγεις το πονηρό γελάκι και μια κάποια αμηχανία. Και πραγματικά είναι να απορεί κανείς πώς μετά από τόσους αιώνες κατάφερε ο άνθρωπος να φορτώσει τόσες ενοχές και ντροπές ότι πιο όμορφο έχει να χαίρεται το είδος μας, τον έρωτα, αυτή τη μαγική και κινητήρια δύναμη της ύπαρξής μας. Θαυμάζεις την απελευθέρωση των αρχαίων μας προγόνων, πολύ πιο σοφών και κοντά στη φύση μας. Παράλληλα εκτιμώ ότι πολλές θεωρήσεις και ερμηνείες που επιχειρούνται στα εκθέματα και στην εικονογράφησή τους, τόσο στην έκθεση όσο και στον κατάλογο, από αρχαιολόγους, υποδεικνύονται από τον σημερινό συντηρητισμό, σοβινισμό και υποκρισία στο θέμα αυτό. Θεωρώ ότι στην αρχαία Ελλάδα και γενικότερα στον Αρχαίο κόσμο, ο έρωτας και το σεξ, οι διάφορες μορφές τους και η πρακτική τους ήταν πολύ λιγότερο περίπλοκα και φορτωμένα με συγκεκριμένες θεωρήσεις και όρια.

Κατά την γνώμη μου, ο λαός μας κουβαλάει μια ενοχή γι αυτό το «φλογερό» παρελθόν των προγόνων μας και μας κάνει να ντρεπόμαστε όταν καλούμαστε να «απολογηθούμε» απέναντι σε αλλοδαπούς επισκέπτες και φίλους. Ωστόσο, εάν καταφέρναμε να αποτινάξουμε αυτά τα επιβεβλημένα «κλισέ» θα μπορούσαμε μόνο κερδισμένοι να ήμασταν. Και αυτό το σημειώνω για τα πολλά τηλέφωνα που έχω δεχτεί γι αυτή την έκθεση από φίλους Ισπανούς οι οποίοι πληροφορήθηκαν για την έκθεση από μεγάλο αφιέρωμα της μεγαλύτερης εφημερίδας της Ισπανίας, την EL PAIS, οι οποίοι αναρωτιούνται γιατί δεν θα κρατήσει μέχρι το καλοκαίρι ενώ κάποιοι μου έκαναν και υποδείξεις «γιατί η Αθήνα δεν έχει ένα τέτοιο αρχαιολογικό, θεματικό μουσείο ή συλλογή»!

Μουσειολογικά, η έκθεση αδικείται από το περιορισμένο, κατά τ’ άλλα υπέροχο, χώρο του μεγάρου του Μουσείου. Διασπασμένη σε μικρά δωμάτια, με περιορισμένο φωτισμό, χάνεσαι κάπου, ενώ ούτε το φυλλάδιο, ούτε τα κακόγουστα βελάκια στο ψηφιδωτό και, αλλού, μαρμάρινο πάτωμα δεν σε βοηθούν να ακολουθήσεις μια συγκεκριμένη διαδρομή. Μα γιατί τα μουσεία μας «φοβούνται» τόσο πολύ να βγουν για λίγο από τον χώρο τους; Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες στην Αθήνα για να απλωθεί σωστά μια τέτοια ενδιαφέρουσα έκθεση;

Παράλληλα αυτή εμμονή των ελληνικών Μουσείων για ημιφωτισμό, τα τελευταία χρόνια και τα κλειστά παράθυρα θεωρώ ότι είναι ατυχής, δημιουργεί συμπτώματα ασφυξίας στον επισκέπτη και δεν εξυπηρετεί σε τίποτα, ειδικά σε εκθέσεις τέτοιας θεματικής. Σε συνδυασμό με γκρουπ είκοσι ατόμων την Κυριακή που επισκέφτηκα την έκθεση και κάποια κείμενα με γκρι γράμματα σε λίγο πιο ανοιχτό τόνο γκρι φόντο, κούρασαν.

Γενικότερα το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης είναι από τα πιο προσεγμένα μουσειολογικά μουσεία στην πρωτεύουσα μας. Παρ’ όλα αυτά καθώς και το ότι δεν γνωρίζω ειδικότητες του προσωπικού του, στην είσοδό του, όπου αναγράφεται το υπεύθυνο για την μουσειογραφική διήγησή του προσωπικό, λείπουν εντελώς οι ειδικότητες του Μουσειολόγου και του Παιδαγωγού, και αυτή η έλλειψη φαίνεται και έχει και συνέπειες στον επισκέπτη.

Ο κατάλογος της έκθεσης (= 42,00 €) πλήρης και αρκετά ενδιαφέρον, ωστόσο με κακής ανάλυσης φωτογραφίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

it's your space, build what you want