Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

«Πρόσωπα του Μοντερνισμού, η ζωγραφική στη Βουλγαρία, την Ελλάδα και τη Ρουμανία: 1910 – 1940», μια καλή έκθεση, με ορθή μουσειογραφική επιμέλεια

Επιτέλους, μια σοβαρή παρουσίαση, με σεβασμό στα έργα που παρουσιάζει αλλά και στο κοινό είναι η έκθεση «Πρόσωπα του Μοντερνισμού, η ζωγραφική στη Βουλγαρία, την Ελλάδα και τη Ρουμανία: 1910 – 1940» που λειτουργεί αυτό τον καιρό στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη.

Χαίρομαι που γράφω γι αυτή την έκθεση, και το κάνω με ενθουσιασμό, διότι, μέχρι τώρα, στο σύντομο διάστημα ζωής αυτού του ιστολογίου, για όσες εκθέσεις έχω γράψει, έχω γκρινιάξει για έλλειψη βασικών αρχών της μουσειολογίας, και δεν θα ήθελα ούτε η γκρίνια αυτή να με χαρακτηρίσει αλλά ούτε να καθιερωθεί και να γίνει και συνήθεια. Όταν βλέπουμε κάτι καλό, πρέπει να το επικροτούμε και να το χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα. Διότι είναι απαράδεχτο, στον σημερινό ελληνικό μουσειακό χώρο να μην γνωρίζουμε τι είναι μουσειολογία και μουσειολόγος.

Η έκθεση απλώνεται σε τρείς ορόφους του όμορφου κτιρίου του Ιδρύματος, από τον τέταρτο έως τον δεύτερο. Η αλήθεια είναι ότι εγώ την είδα λίγο ανάποδα την έκθεση, διότι αποφάσισα να ανεβώ από τις σκάλες, για να δω όλους τους ορόφους του Ιδρύματος (ήταν η πρώτη μου επίσκεψη, δυστυχώς έχασα την έκθεση του Παπαλουκά) και δεν ενημερώθηκα στην υποδοχή (εισιτήρια) για την πορεία της έκθεσης ούτε πρόσεξα κάποια έγγραφη ενημέρωση. Καλό θα ήταν να ενημερώνουν τους επισκέπτες τα, κατά τ’ άλλα πολύ ευγενικά και εξυπηρετικά, κορίτσια της υποδοχής.

Πρόσεξα αμέσως τα βασικά, από την άποψη της μουσειολογίας. Οι πίνακες βρίσκονταν στο σωστό ύψος (το κέντρο στο ύψος των ματιών – επιτέλους τα μουσεία μας δεν είναι ελληνικά σαλόνια με τους πίνακες σε οποιοδήποτε ύψος, μέχρι το ταβάνι, σε σκαλάκια, κτλ), έτσι απέφυγα την συνήθη μουσειακή ζαλάδα, ο φωτισμός καλός, δίχως να δημιουργεί σκιές και αντικατοπτρισμούς, έντονος αλλά όχι κουραστικός (επιτέλους τέλος στον σκοταδισμό των μουσειακών εκθέσεων, μόδα ήταν, πάει πέρασε, δεν εξυπηρετεί σε τίποτα και ούτε τα έργα δεν είναι πια τόσο ευαίσθητα, αν ήταν έγγραφα 500 ετών ή φωτογραφίες του 1900 θα το καταλάβαινα) και τα κείμενα γενικά καλά, συνοπτικά, κατανοητά και μαύρα γράμματα σε λευκό φόντο, ό,τι πιο ξεκούραστο και καθαρό.
 
Στην έκθεση συνάντησα μερικούς από τους αγαπημένους μου πίνακες, όπως «το σπίτι που ονειρεύεται» του Μιχάλη Οικονόμου και «το χωράφι με στάχυα» του Νίκου Λύτρα. Η παχύρευστη πινελιά του Λύτρα δίνει μια αίσθηση ότι ο πίνακας έχει μόλις ζωγραφιστεί και ότι ακόμα δεν έχει στεγνώσει, σε μεταφέρει στον σημείο που ο ζωγράφος βλέπει το τοπίο και εμπνέεται και άρα παρασύρεσαι να συμμετάσχεις. Η άχλη του Οικονόμου κάνει όλους τους πίνακες του ονειρικούς και εσένα πρωταγωνιστή του ονείρου.

Βεβαίως υπήρξαν και εκπλήξεις για μένα. Τα δύο έργα «πορτραίτο με χάρτινα άνθη» (1934) και «παραλλαγή πορτραίτου με χάρτινα άνθη» (1936) του Τσαρούχη, δεν μου θύμισαν καθόλου το γνωστό ύφος Τσαρούχη. Αν τα έβλεπα, δίχως λεζάντα, δεν θα πήγαινε ποτέ το μυαλό μου στον Τσαρούχη. Στις φωτογραφίες ίσως δεν φαίνεται καθαρά και η έκφραση του προσώπου να παραπέμπει σε Τσαρούχη, αλλά από κοντά, η πιο παχύρευστη πινελιά, το πιο έντονο χρώμα και πιο γυαλιστερό, είναι κάτι που σε ξεγελάει.

Πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθείς την πορεία του μοντερνισμού σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Ρουμανία, αναζητώντας κοινά σημεία αλλά και διαφορές. Αγάπησα Elena Karamihaylova, Yordan Kyuliev, Boris Georgiev και Nikola Marinov.

Ο κατάλογος πολύ καλός και με πιο προσιτή τιμή (=28 ευρώ – καλό είναι το Ίδρυμα Θεοχαράκη να συστήσει τον εκδοτικό οίκο με τον οποίο συνεργάζεται και σε άλλους οργανισμούς και μουσεία). Συνήθως αναφέρω την τιμή των καταλόγων της έκθεσης διότι ο κατάλογος είναι ένα εκπαιδευτικό μέσο, δεν είναι απλά για να κοσμήσουμε την βιβλιοθήκη μας και να το παίξουμε κουλτουριάρηδες. Και δυστυχώς οι κατάλογοι των εκθέσεων και των μουσείων έχουν ξεφύγει σημαντικά τελευταία στην τιμή.
 
Στο οικονομικό θα σταθώ και σε σχέση με το εισιτήριο. Ένα εισιτήριο 6 ευρώ ίσως να μην ακούγεται πολύ, αλλά για πόσες φορές, μία έκθεση το δίμηνο; Για μια μέση, ελληνική οικογένεια τα έξη ευρώ είναι πολλά. Εγώ βέβαια μπήκα με ελευθέρας διότι θα μου ήταν αδύνατο να παρακολουθώ όλες αυτές τις εκθέσεις με πληρωμή εισιτηρίου. Εάν θέλουμε να καλλιεργήσουμε την συνήθεια επίσκεψης του Έλληνα στα μουσεία, πρέπει οπωσδήποτε να ασχοληθούμε με την τιμή του εισιτηρίου. Κατά την γνώμη μου, όποιο δημόσιο αλλά και ιδιωτικό μουσείο επιχορηγείται από το κράτος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να έχει δωρεάν είσοδο. Δεν είναι δυνατόν να πληρώνουμε τα μουσεία δύο φορές, μέσω του κρατικού προϋπολογισμού αλλά και με εισιτήριο.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

it's your space, build what you want