Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα - Μαντώ Μαυρογένους

Το παρακάτω άρθρο μου έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά "Θαλασσινοί Απόηχοι" τεύχος Μαρτίου 2009 και "Πλεύση" Μάρτιος 2010.



 
Στα πλαίσια του εορτασμού της Εθνικής Επετείου της 25ης Μαρτίου καθώς και του διεθνή εορτασμού για την γυναίκα στις 8 Μαρτίου κάθε έτους, επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τις δύο μεγάλες ηρωίδες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, την Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα και την Μαντώ Μαυρογένους, όπως σκιαγραφούνται ως προσωπικότητες και εικόνες από τις συλλογές και τα αρχεία του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος.

Βεβαίως, η συμβολή της γυναίκας στην απελευθέρωση και τους αγώνες της χώρας μας, δεν περιορίζεται στη δράση των δύο γνωστών ηρωίδων. Αξίζει να αναφερθεί η στήριξη της γυναίκας, αδελφής, μάνας του ήρωα του ’21. Η ανώνυμη αυτή γυναίκα βρισκόταν δίπλα στον πολεμιστή για να τον στηρίξει, να τον εφοδιάσει, να προσευχηθεί για εκείνον και όταν εκείνος έπεφτε στην μάχη, αντί να κλάψει, να αρπάξει από τα χέρια του το καριοφίλι και να πολεμήσει γενναία και εκείνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελληνίδας γυναίκας και της θυσίας της στην ελληνική επανάσταση αποτελεί η Μεσολογγίτισσα μάνα που τόσο παραστατικά και δραματικά παρουσιάζει ο Διονύσιος Σολωμός στο έργο του Ελεύθεροι Πολιορκημένοι «...λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί και η Μάνα το ζηλεύει...». Η Σουλιώτισσα γυναίκα ήταν εκείνη που πρώτη εκείνη έκανε πράξη το σύνθημα της επανάστασης «Ελευθερία ή Θάνατος» για να εμπνεύσει όλο το υπόλοιπο έθνος.

Ωστόσο, περισσότερα βιβλιογραφικά στοιχεία και κειμήλια που να μπορούν να συνθέσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα της δράσης της γυναίκας εκείνης της εποχής, υπάρχουν για τις δύο ηρωίδες οι οποίες αποτελούν και το κεντρικό θέμα αυτής της παρουσίασης.

Οι δύο γυναίκες είχαν διαφορετική καταγωγή, προέρχονταν από διαφορετική κοινωνική τάξη, είχαν διαφορετική μόρφωση, αλλά παρουσίαζαν πολλά κοινά στοιχεία στη δράση τους. Μετά την έναρξη της Επανάστασης αψηφούν τους κινδύνους, ενεργούν εκτός πλαισίων που καθόριζε η θέση της γυναίκας εκείνης της εποχής και επιδεικνύουν χαρακτηριστική περιφρόνηση προς το συμφέρον της προσωπικής τους περιουσίας και κληρονομιάς, το οποίο θυσιάζουν προσφορά για την απελευθέρωση.

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα γεννήθηκε στη φυλακή της Κωνσταντινούπολης. Η μητέρα της, Παρασκευώ, είχε πάει εκεί να επισκεφτεί τον άντρα της, Σταυριανό Πινότση, ο οποίος βρισκόταν φυλακισμένος από τους Τούρκους για την συμμετοχή του στην επανάσταση της Πελοποννήσου του 1769 – 70 (τα γνωστά Ορλωφικά). Ο Σταυριανός Πινότσης, βαριά άρρωστος, αντίκρισε την νεογέννητη κόρη του και λίγο αργότερα ξεψύχησε.

Η ηρωίδα μεγάλωσε στις Σπέτσες. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1788 τον Δημήτριο Γιάννουζα και το 1801 τον Δημήτριο Μπούμπουλη. Και οι δύο σύζυγοί της, καπεταναίοι, σκοτώθηκαν σε συμπλοκές με πειρατές που λυμαίνονταν τα παράλια της Ελλάδος. Η Λασκαρίνα κληρονομώντας μια τεράστια περιουσία από τον τελευταίο σύζυγό της, δε δίστασε να αναλάβει την διαχείριση και τις εμπορικές δραστηριότητες της οικογενειακής περιουσίας και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία, αφού κατάφερε να την αυξήσει σημαντικά λαμβάνοντας μέρος σε συνεταιρισμούς εμπορικών πλοίων της εποχής και στην συνέχεια ναυπηγώντας δικά της πλοία.

Στα 1816 η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατήγγειλε την Μπουμπουλίνα με κατηγορία ότι τα πλοία του δεύτερου άντρα της συμμετείχαν υπέρ των Ρώσων στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, και επιδίωξε την κατάσχεση της περιουσίας της. Εκείνη, δεν δίστασε να πάει στην Κωνσταντινούπολη, παρά τον κίνδυνο σύλληψής της. Ο Ρώσος Πρέσβης Στρογκόνωφ της πρότεινε να την φυγαδεύσει στην Κριμαία, σε κτήμα που της πρόσφερε ο Ρώσος Τσάρος Αλέξανδρος Α΄. Πριν αναχωρήσει κατάφερε να συναντήσει την ίδια την μητέρα του Σουλτάνου, Βαλιντέ, την οποία κέρδισε με τον ευθύ και επίμονο χαρακτήρα της. Της ζήτησε να πείσει τον γιο της Σουλτάνο να μην κατασχέσει την περιουσία της, πρόταση και έγινε αποδεκτή ενώ ταυτόχρονα εκείνη ορκίζονταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας!

Τον Μάρτιο του 1821, στο λιμάνι των Σπετσών η Μπουμπουλίνα υψώνει την δική της επαναστατική σημαία στο καράβι της «Αγαμέμνων» ενώ έχει ήδη σχηματίσει δικό της εκστρατευτικό σώμα από Σπετσιώτες. Συμμετέχει στον αποκλεισμό και πολιορκία του Ναυπλίου, της Μονεμβασιάς, της Πύλου. Κατά την άλωση της Τριπολιτσάς αποδεικνύει ότι δεν έχει χάσει την γυναικεία της ευαισθησία αφού βοήθησε να σωθεί το χαρέμι του Χουρίτ Πασά από τη σφαγή.

Κατά την συμμετοχή της στις μάχες της Πελοποννήσου γνωρίζεται με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και αναπτύσσεται αμοιβαία φιλία και σεβασμός μεταξύ τους που οδηγεί στην παντρειά των παιδιών τους.

Πολύ γρήγορα όλη η προσωπική της περιουσία ξοδεύτηκε για την Επανάσταση. Έτσι την βρίσκουμε ήδη από το 1822 να ζει στο Ναύπλιο σε σπίτι που της δόθηκε με κλήρο από το νεοσύστατο κράτος για την προσφορά της στη πατρίδα. Όμως όταν αντιδρά στην φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, το 1824, εξορίζεται στις Σπέτσες και χάνει τον κλήρο. Εκεί, παρόλη την πίκρα της για τους πολιτικούς αλλά και τα οικονομικά της προβλήματα, αρχίζει να προετοιμάζεται για νέες μάχες, για την απομάκρυνση του κινδύνου να πνιγεί η ελληνική επανάσταση από τον Ιμπραήμ Πασά που φτάνει στην Πελοπόννησο με τον Τουρκο-αιγυπτιακό στόλο. Την προλαβαίνει η άδοξη δολοφονία της για οικογενειακή φιλονικία, το 1825.

Μετά τον θάνατό της η Ρωσική Αυτοκρατορία της απένειμε τον τίτλο της «Ναυάρχου», τιμή με παγκόσμια αποκλειστικότητα για γυναίκα.

Η Μαντώ Μαυρογένους γεννήθηκε στην Τεργέστη, το 1796, κόρη του έλληνα μεγαλέμπορου Νικολάου Μαυρογένη και απέκτησε πολύ πιο εκλεπτυσμένη μόρφωση. Μεγάλωσε στο άνετο αστικό περιβάλλον της σπουδαίας ευρωπαϊκής πόλης, γνώρισε και ασπάστηκε τις αρχές και ιδέες του διαφωτισμού. Το λεπτεπίλεπτο παρουσιαστικό της έκρυβε έναν εκρηκτικό χαρακτήρα ο οποίο εκδηλώθηκε με την κήρυξη της επανάστασης του ’21.

Έχοντας εγκατασταθεί λίγο πριν την κήρυξη του Αγώνα στη Μύκονο, εξοπλίζει με την προσωπική της περιουσία, δύο πλοία, ενώ προτρέπει τους Μυκονιάτες να εξοπλίσουν άλλα τέσσερα ακόμα, και τα προσφέρει στο Έθνος. Στις 22 Οκτωβρίου 1822 η ίδια, ως άξια οπλαρχηγός, συμμετέχει στην απόκρουση του εκστρατευτικού σώματος Τούρκων στη Μύκονο. Το 1823, με δικό της εκστρατευτικό σώμα μάχεται για την απελευθέρωση της Εύβοιας, της Θεσσαλίας και της Ρούμελης.

Το 1826, έχοντας σχεδόν ξοδεύσει όλη της την περιουσία για τον Αγώνα, εκποιεί τα κοσμήματά της για την περίθαλψη δύο χιλιάδων Μεσολογγιτών που σώθηκαν από την έξοδο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι γνωρίζοντας άριστα τη Γαλλική και την Ιταλική γλώσσα, αποστέλλει συνεχώς επιστολές σε γυναικεία κινήματα στη Γαλλία και Αγγλία οι οποίες συγκινούν και εντυπωσιάζουν τις ευρωπαίες, εμπνέουν τον φιλελληνισμό και συζητούνται για καιρό στα δυτικά σαλόνια.

Ο Καποδίστριας της απένειμε τον επίτιμο βαθμό της Αρχιστρατήγου και αρχικά, εγκαθίσταται στο Ναύπλιο, σε σπίτι που της παραχωρήθηκε. Όμως απογοητευμένη από τις πολιτικές ίντριγκες της εποχής, που την εμπλέκουν, αλλά και από την ατυχή κατάληξη της προσωπικής της σχέσης με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, επιστρέφει στη Μύκονο. Πέθανε το 1840 στην Πάρο, πάμπτωχη και λησμονημένη από την πολιτεία.

Στις εικονογραφήσεις των δύο ηρωίδων της Επανάστασης τις συναντάμε ως ατρόμητες μαχήτριες, αγωνιζόμενες για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα με πιο αδρά και αρρενωπά χαρακτηριστικά ενώ η Μαντώ Μαυρογένους με πιο εκλεπτυσμένη φυσιογνωμία. Ωστόσο θα τις αδικούσαμε εάν δεν αναγνωρίζαμε τη γυναικεία τους φύση, που κάνει και πιο σημαντική την αξία της προσφοράς τους. Δύο γυναίκες που δεν απαρνήθηκαν την θηλυκότητά τους, απλά αγωνίστηκαν για την πατρίδα στο πλευρό των ανδρών αγωνιστών ισάξιες μ’ αυτούς. Αυτό αποδεικνύεται με δύο σπάνιες και πανέμορφες απεικονίσεις των ηρωίδων που εκτίθενται στην αίθουσα της Επανάστασης του 1821 του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος. Πρόκειται για τις γκραβούρες του Δανού Adam Friedel ο οποίος γνώρισε προσωπικά τις ηρωίδες και τις σχεδίασε, σίγουρα επηρεασμένος από τον ρομαντισμό που κυριαρχεί στις ευρωπαϊκές τέχνες εκείνη την εποχή. Δεν έχουμε κανένα λόγο να υποθέσουμε ότι δεν ήταν πολύ κοντά στην πραγματική τους εικόνα, αφού σύμφωνα με τους βιογράφους του καλλιτέχνη, απέδωσε με τα πορτραίτα του πολύ φυσικά τα εικονογραφούμενα πρόσωπα.

Ο Adam Friedel, γνώρισε τον Λόρδο Βύρωνα και εμπνεύστηκε από την αγάπη του για την Ελλάδα. Ο φιλέλληνας Λόρδος τον σύστησε στην Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου και έτσι βρέθηκε στην Ελλάδα. Μεταξύ του 1821 και 1824. συνόδευε τους έλληνες οπλαρχηγούς, ως λίγο στρατιώτης, αν και δίχως καμιά πολεμική ικανότητα, λίγο μουσικός και λίγο ζωγράφος. Κουβαλούσε μαζί του μια μικρή λιθογραφική εκτυπωτική μηχανή και αποτύπωσε στα έργα του τα πρόσωπα των οπλαρχηγών που συναντούσε, την Μαντώ Μαυρογένους, την Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον Ιωάννη Κωλέττη, τον Μάρκο Μπότσαρη κ.ά. Γυρνώντας στο Λονδίνο εκτύπωσε και κυκλοφόρησε συνολικά εικοσιτέσσερα πορτραίτα Ελλήνων οπλαρχηγών του ’21. Στη συνέχεια τα επιχρωμάτισε και επανεκτύπωσε σε πολλά αντίγραφα ο J. Bouvier, τόσο στο Λονδίνο, όσο και στο Παρίσι.

Τα πορτραίτα αυτά τα συναντάμε στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, στο Μουσείο Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες, στο Εθνικό – Ιστορικό Μουσείο, στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, σε ιστορικά μουσεία στο εξωτερικό και σε ιδιωτικές συλλογές.

Στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος φυλάσσονται και δύο σπουδαία κειμήλια των ηρωίδων του ’21, τα οποία προς το παρόν δεν εκτίθενται λόγο έλλειψης χώρου αλλά και διαφορετικής θεματικής από τις υπόλοιπες συλλογές του Μουσείου. Πρόκειται για το πάπλωμα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και την ομπρέλα της Μαντώ Μαυρογένους, που για πρώτη φορά παρουσιάζονται εδώ στο κοινό. Προσωπικά αντικείμενα των ηρωίδων που μαρτυρούν τη γυναικεία τους ευαισθησία και φύση, παρά την ηρωική τους δράση και συμμετοχή στους σκληρούς αγώνες της Επανάστασης.

Στο ιστορικό αρχείο του Μουσείου φυλάσσεται προσωπική επιστολή της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, με ημερομηνία 29 Ιουλίου 1821. Απευθύνεται στον Σπετσιώτη Χαράλαμπο Περούκα σχετικά με δοσοληψίες για τον εφοδιασμό των πλοίων της.

Τέλος ο ερευνητής μπορεί να βρει στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου - την πλουσιότερη ναυτική βιβλιοθήκη της Ελλάδος και μια από τις πιο σημαντικές στην Μεσόγειο - μια πλούσια βιβλιογραφία για τις δύο ηρωίδες και την δράση τους. Από τους τόμους αυτούς ξεχωρίζουμε και αναφέρουμε την πρωτότυπη γαλλική έκδοση του 1909 της ιστορίας της οικογένειας Μαυρογένη, από τον ερευνητή Theodore Blancard καθώς και την γαλλική νουβέλα με θέμα την ζωή της Μαντώ Μαυρογένους η οποία εκδόθηκε στο Παρίσι το 1825 και επανεκδόθηκε στην Ελλάδα το 1976, σε επιμέλεια του Ι.Α. Μελετόπουλου.

    

2 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφη προσέγγιση. Συγχαρητήρια για το ιστολόγιο, θα σε παρακολουθώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

it's your space, build what you want